Των νερών...

Τι είχαμε, τι χάσαμε και τι μας μένει ακόμα...

altaltΤι είχαμε, τι χάσαμε και τι μας μένει ακόμα...


Χάσαμε τ' αυτοκίνητα, τα κινητά μας, τα ακίνητά μας, τα επιδόματα του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Χάσαμε τον ύπνο μας τη δουλειά μας, το μαγαζάκι, το καφενείο, την επιχείρηση, ρούχων, παπουτσιών, την ιστορία μας, το 1821, τη Σμύρνη, τη Μικρά Ασία. Χάσαμε τα καπέλα μας, την αξιοπρέπειά μας, την μπέσα μας (Μπέσαμε μούτσος), τις πνευματικές μας αξίες, τις αξίες στο Χρηματιστήριο, τις καρέκλες μας εποχής, στο Δημοπρατήριο, τις ντουλάπες, τους καθρέφτες. Χάσαμε τη βυζαντινή μας ταυτότητα, ως γνήσιοι Έλληνες απόγονοι εκείνων των άλλων Ελλήνων που θαυματούργησαν χωρίς δάνεια, χωρίς θέσεις στο δημόσιο, αργομισθίες στα Δέκο, στη Λυρική σκηνή, στη Δημόσια Τηλεόραση.Χάσαμε τα αυγά και τα πασχάλια μας, τα βρακιά μας τα εισοδήματα απ' τους τεράστιους φόρους, τα ξενοδοχεία μας, τα πλοία τα εμπορικά, τα πλοία της γραμμής, τη φήμη μας στο εξωτερικό, τους φίλους μας, που μας άφησαν χωρίς να το αντιληφθούμε ... μια νύχτα βροχερή, συννεφιασμένη.


Τι μας έμεινε;

Ο Ήλιος ο Πρώτος, ο Δεύτερος, ο Τρίτος, ο Δήμιος μιας Πράσινης σκέψης, ο Ηλιάτορας, ο νοητός, ο αυτονόητος, μας έμειναν τα νησιά με τα καφετιά τους βράχια, που ήταν ωραία κάποτε, τα νησιά, εδώ που τα γυρεύαμε, που ψάχναμε να τα βρούμε, η θάλασσα με τα γαλάζια κύματα, με τα καράβια, τα φέρι μποτ, τα ιστιοφόρα. Μας έμεινε το φεγγάρι, αφερέγγυο και αυτό, μας έμειναν τα βουνά, τα φαράγγια, οι λίμνες, τα δάση αν δεν είχαν καεί ακόμα, οι ακρογιαλιές, οι αμμουδιές για μπάνιο, το χαρτί και το στυλό να γράφουμε τα ποίηματά μας και να τα πετάμε στο κάλαθο των αχρήστων, ποιος θα πληρώνει το χαρτί και το μελάνι, να τα δημοσιέψει.

Μας έμειναν τα ωραία κορίτσια με τα μακριά μαλλιά, και τα νέα παλικάρια, με τ' αξούριστα γένια, άνεργοι οι περισσότεροι,μας έμειναν οι επιγραφές στις πόρτες, Ανοιχτό, Κλειστό, Σύρατε, Σπρώξτε, οι παράξενες φήμες, οι φακές, τα μακαρόνια, τα καλαμαράκια, τα σουβλάκια, τα κρασιά, για να ξεχάσουμε αυτά που χάσαμε, τις φιλενάδες μας στις ξένες χώρες, τις σπουδές μας στο εξωτερικό, και τα ηχηρά παρόμοια.

Μας έμεινε ο Όμηρος, αν έχουμε καιρό να τον διαβάσουμε, ο Καβάφης, ο Εμπειρίκος, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Καρυωτάκης, ο Καββαδίας,

σας έμεινα κι εγώ, αν κάνετε έναν κόπο να με διαβάσετε.

ΝΑΝΟς ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

  



The Story Teller © Michael Vincent Manalo.jpgalt

The Story Teller by Michael Vincent Manalo


''Πολιορκούμεθα λοιπόν
Πολιορκούμεθα από ποιον
Από σένα κι από μένα απ' τον τάδε και τον δείνα
Πολιορκούμεθα στενά
Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική
Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,
Απ' τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους
Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά
Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία
Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ' απορρυπαντικά
Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες
Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,
Τ' άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές
Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,
Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις
Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,
Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,
Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς
Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους
Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. 
Από τον εαυτό μας
Κι απ' ό,τι άλλο βάλει ο νους σας 
πολιορκούμεθα στενά.''


Καλό ξημέρωμα ...


Κάποια μέρα ..


Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος που δε γνωρίζει  το Ονειρο του μικρού ποντικούλη 

όπως τόσο όμορφα το αποτύπωσε ο Ε.Τριβιζάς 



Μα , 

μ αρέσει να  ονειρεύομαι μαζί του ..

ν αποζητώ  αυτό το άγγιγμα, 

αυτήν , 

την " κάποια μέρα .. " 



Καλές γιορτές εύχομαι

σε όλους .. 

σε όλα μας τα όνειρα ..   




alt




"Ήταν κάποτε ένας ποντικούλης που το λέγανε Τρωκτικούλη. 
Ο Τρωκτικούλης ο ποντικούλης κάθε φορά που έβλεπε τα αστεράκια στον ουρανό, ήθελε να τα αγγίξει.

Παππού - έλεγε στον παππού του - σήκωσέ με σε παρακαλώ στα χέρια σου για να αγγίξω ένα αστεράκι. 
- Δεν γίνεται αυτό που ζητάς εγγονάκι μου απαντούσε ο παππούς του.
Τα αστεράκια είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αγγίξει κανείς.

- Μα γιατί είναι τόσο ψηλά παππού;

- Είναι τόσο ψηλά για να μην τα αγγίζουνε τα ποντικάκια και λερώνεται η ασημόσκονή τους.

- Εγώ όμως παππού μια μέρα, να το δεις, θα αγγίξω ένα αστεράκι. Αλλά προτού το αγγίξω, θα πλύνω καλά- καλά τα χεράκια μου για να μην λερώσω την ασημόσκονη του.

Και τι δεν έκανε ο Τρωκτικούλης για να αγγίξει ένα αστεράκι. Έπαιρνε φόρα και πηδούσε με όλη του την δύναμη όσο πιο ψηλά μπορούσε. Σκαρφάλωνε σε σκουπόξυλα. Σκαρφάλωνε σε τηλεγραφόξυλα. Σκαρφάλωνε σε κεραίες τηλεόρασης. Σκαρφάλωνε σε καμπαναριά. Τίποτα όμως. Όσο και να προσπαθούσε δεν κατάφερνε να αγγίξει ένα αστεράκι.

- Ίσως είχε δίκιο ο παπούλης σκεφτόταν - Ίσως να μην αγγίξω ποτέ στην ζωή μου αστεράκι. Αλλά πάλι, το θέλω τόσο πολύ, που -ποιος ξέρει- ίσως κάποια μέρα να τα καταφέρω.

- Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες ώσπου ένα Χριστουγεννιάτικο βράδυ βγήκε ο Τρωκτικούλης από την ποντικότρυπα του και τι να δει; Ένα στολισμένο έλατο στην μέση του σαλονιού και στην κορφή του ελάτου ένα ασημένιο αστεράκι.

Ο Τρωκτικούλης, έτριψε τα μάτια του σαστισμένος, έκανε πέντε τούμπες από τη χαρά του, έκανε μπροστά, έκανε πίσω και έτρεξε στην ποντικοφωλιά του.

- Παππού! παππού! Έλα να δεις! ένα δέντρο φύτρωσε στη μέση του σαλονιού και στην κορυφή του έχει ένα αστεράκι.

- Είσαι σίγουρος εγγονάκι μου.

- Άμα σου λέω παππού! Θα το αγγίξω. Δεν μου ξεφεύγει! θα το αγγίξω.

Έτσι λοιπόν ο τρωκτικούλης έπλυνε τα χέρια του και για καλό και για κακό σαπούνισε τα ποδαράκια του και τα μουστάκια του και την ουρίτσα του και άρχισε να σκαρφαλώνει στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε.

Εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι. Φορούσε φανταχτερή στολή και στην μέση του είχε ζωσμένο ένα σπαθί.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε το στρατιωτάκι - Για πού το'βαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι

- Αστεράκι; Τι νόημα έχει να αγγίξεις ένα αστεράκι; - είπε το στρατιωτάκι - Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ καλύτερο.

- Δηλαδή;

- Να γίνεις και συ στρατιώτης - Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί στη βάση του δέντρου; Εκεί μέσα βρίσκονται άλλα δώδεκα στρατιωτάκια. Θα κάνουμε ένα στρατό και θα κατακτήσουμε όλο το σπίτι, θα κυριεύσουμε το μπάνιο. Θα λεηλατήσουμε την κουζίνα και ποιος ξέρει; Μπορεί να βρούμε κανέναν άλλο στρατό και να τον κατατροπώσουμε. Μετά θα κατακτήσουμε και τον υπόλοιπο κόσμο. Θα είσαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι θα σε τρέμουνε.

- Δεν θέλω να είμαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι να με τρέμουνε.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι.

Έτσι ο Τρωκτικούλης συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε -σκαρφάλωνε κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε μια κουκλίτσα. Ήταν η πιο όμορφη κουκλίτσα που είχε δει ποτέ του. Είχε ολόξανθα μαλλιά και γαλάζια φουστίτσα.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε η κουκλίτσα - για πού τόβαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Και τι θα καταλάβεις να αγγίξεις ένα αστεράκι; είπε η κουκλίτσα - Ενώ αν αγγίξεις εμένα, αν με αγκαλιάσεις, αν με φιλήσεις, αν με αγαπήσεις - ποιος ξέρει - μπορεί να σε αγαπήσω κι εγώ. Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το ροζ περιτύλιγμα και την βυσσινιά κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται ένα πανέμορφο κουκλόσπιτο, με λουλουδένια ταπετσαρία στη κρεβατοκάμαρα και μικρούλικα σερβίτσια στην τραπεζαρία. Θα ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι και θα σου τηγανίζω κάθε μέρα τυροπιτάκια και την Κυριακή θα πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

- Δεν θέλω να ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι ούτε να μου τηγανίζεις κάθε μέρα τυροπιτάκια ούτε την Κυριακή να πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Καλά. Κάνε του κεφαλιού σου να δούμε τι θα καταλάβεις, είπε η κουκλίτσα.

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

- Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε και εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ναυτάκι.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε το ναυτάκι - Για πού το' βαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Αστεράκι; Ποιος ο λόγος να αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; -είπε το ναυτάκι - Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ -πολύ - πολύ μα πάρα πολύ καλύτερο.

- Τι;

- Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό. Εκατό ροζ ρουμπίνια μεγάλα σαν καρύδια και χίλια πράσινα σμαράγδια μεγάλα σαν αμύγδαλα. θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

- Δεν θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι - Πως το λένε ρε παιδιά; - Θέλω να αγγίξω ένα αστεράκι. Ένα αστεράκι. Δεν θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν' αγγίξω κι εγώ. Πως το λένε; Ένα αστεράκι.

- Καλά ντε μη φωνάζεις. Εσύ θα το μετανιώσεις... είπε το ναυτάκι

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε ν' ανεβαίνει, να ανεβαίνει να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στην κορυφή του ελάτου.
Εκεί αντίκρισε το πιο όμορφο αστεράκι που είχε δει ποτέ του Φεγγοβολούσε και το έλουζε σε μια μαλαματένια λάμψη. Το ποντικάκι άπλωσε δειλά -δειλά το χεράκι του που το είχε πλύνει οχτώ φορές και τ άγγιξε. Το αστεράκι λες και ανάσανε. Έγινε ακόμα πιο ασημένιο, πιο ζεστό, πιο λαμπερό. Λες και το αγκάλιασε η φεγγοβολιά του, λες και το χάιδεψαν απαλά οι φωτεινές αχτίνες του με την πιο γλυκιά θαλπωρή που μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Το ποντικάκι αισθάνθηκε τόσο μα τόσο ευτυχισμένο. Τα μουστάκια του έτρεμαν. Τα ποδαράκια του έτρεμαν. Η ουρίτσα του έτρεμε. Έτρεμε ολόκληρο από τη χαρά του. Έτρεμε τόσο πολύ που έχασε την ισορροπία του, έπεσε από το δέντρο και βρέθηκε ανάσκελα στο παχύ χαλί.

Μόλις σηκώθηκε έτρεξε αμέσως στην ποντικότρυπα για να πει τα νέα στον παππού του.

- Παππού... παππού... Το άγγιξα.

- Ποιο άγγιξες εγγονάκι μου;

- Το αστεράκι! Το άγγιξα το αστεράκι!

- Μπράβο εγγονάκι μου - καμάρωσε ο παππούς. Είσαι το πρώτο ποντικάκι στην οικογένειά μας που αγγίζει αστεράκι. -Θα χουμε να το λέμε...

Μετά το ποντικάκι βγήκε από την ποντικότρυπα και έτρεξε γρήγορα-γρήγορα να δει πάλι το αστεράκι που είχε αγγίξει.

Αλλά στο μεταξύ είχε γίνει μια βλάβη του ηλεκτρικού και το αστεράκι είχε σβήσει.

- Φαίνεται ότι θα γύρισε πάλι ξανά στον ουρανό! σκέφτηκε το ποντικάκι.

Φόρεσε το παλτουδάκι του βγήκε στον κήπο και σήκωσε τα μάτια του ψηλά.

Χιλιάδες, μυριάδες αστέρια στραφτάλιζαν στο απέραντο στερέωμα...

Το ποντικάκι τα αγκάλιασε όλα με το βλέμμα του.

- Ποιο άραγε να είναι αυτό που άγγιξα; αναρωτήθηκε.

Τώρα όμως που είχε αγγίξει ένα αστεράκι ένοιωθε μια μεγάλη αυτοπεποίθηση.

- Υπάρχουν χιλιάδες ακόμα αστεράκια για να αγγίξω - σκέφτηκε.
- Αλλά αφού τα κατάφερα μια φορά, σίγουρα θα τα ξανακαταφέρω... Θα τ' αγγίξω όλα...

Κι εκεί ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια ένα μικρό αστεράκι τρεμόσβηνε λες και του'κλεινε το μάτι, λες και το έλεγε.

- Ναι μικρό μου ποντικάκι... 


Κάποια μέρα ....

θα τ'αγγίξεις όλα...

 

 


Καληνύχτα , ξανά ..

alt


Φυσικά και ονειρεύομαι .
Ζει κανείς μόνο μ έναν ξερό μισθό ;
 
Πόσο συχνά;
Κάθε που εγκαταλείπουν συχνότατα όλοι.
 
Επηρεάζουν τους απόντες τα όνειρά σας;
Βέβαια. Το ξανασκέφτονται καλά
και μάλλον μετανιώνουν οριστικά τους όλοι.
 
Είναι ελευθέρα η είσοδος;
Οχι εντελώς. Ζητάω την αδεια του ονείρου
πριν ελπίσω. Μου την δίνει εν γένει
μαζί με κάποιες οδηγίες αυστηρές.
 
Να πιστέψω δίχως ν αγγίξω
να μη μιλήσω διόλου στον καπνό
γιατί είναι υπνοβάτης και θα πέσει μόνο διά του βλέμματος
ν αφήσω το αίτημά μου στην κρεμάστρα
ό,τι μου δοθεί να το δεχτώ κι ας μην έχει καμία ομοιότητα μ αυτό που ζωγραφίζει η έκκλησή μου -θα την επανέβρει  μόλις ξαναχαθεί..
 
Ενα μόνο δε μου δίνει τ όνειρο.
Το όριο.
Ως  πού να κινδυψέψω.
Γιατί τότε πια δεν θα  ήταν Ονειρο ..
Θά ήταν γεράματα.



Κική Δημουλά..

της Καληνύχτας .. 


ο μικρός μαύρος πρίγκηπας.. που ήθελε να γίνει πιλότος ..

Ελπίζω να μη σας κουράσω..
μα σε κάποιες ιστορίες, 
μου είναι αδύνατον ν αντισταθώ ..



Ο Antoine de Saint-Exupιry πετούσε - πάνε χρόνια τώρα - πάνω από την Αφρική 
όταν συνέβη πάλι μια βλάβη στο μοτέρ του αεροπλάνου του. 
Αυτή τη φορά είχε αφήσει πίσω του την έρημο Σαχάρα και κατευθυνόταν όλο και πιο νότια.

Τα καθοδικά ρεύματα του έδιναν μια αίσθηση δυσφορίας 
Με χαλασμένο τον κινητήρα, όσο και να τραβούσε προς τα πάνω για να σώσει το ύψος του το αεροπλάνο έχανε διαρκώς ταχύτητα και ο Antoine ένιωθε πως βουλιάζει. Έστριβε πότε δεξιά και μετά αριστερά για να αποφύγει την πλαγιά που μπορεί να έκοβε τον άνεμο αλλά αυτή ορθωνόταν απειλητική μπροστά του. Το αεροπλάνο δεν μπορούσε πια να ανυψωθεί.

Οι δονήσεις ήταν πολύ δυνατές. Γαντζώθηκε στο κάθισμά του κατρακυλώντας - σαν καπέλο από τα έξι χιλιάδες πόδια στα τρία και είδε από κάτω ένα σκούρο γαλάζιο επίπεδο όγκο που του επέτρεψε να ισορροπήσει το σκάφος του.
Ήταν η λίμνη Νακούρου, τη γνώρισε με τα ροζ σύννεφα από φλαμένγκος που περνούσαν τον καιρό τους στις όχθες της.

Από εκείνο το ύψος και εκείνη την ώρα δεν μπορούσε να δει τίποτε άλλο παρά πάχνη από σύννεφα. 
Συνέχισε νοτιοδυτικά προσπερνώντας και τη λίμνη Ναϊβάσα. Ήξερε πως σε λίγο θα συναντούσε το όρος Λόγκονοτ και το σβησμένο ηφαίστειο που έφτανε σε ύψος περίπου δύο χιλιάδες οχτακόσια μέτρα.
Πετούσε τώρα μέσα στη Ρίφτ Βάλλει, την κοιλάδα του μεγάλου ρήγματος που διέτρεχε χωρίζοντας με μια βαθειά αναδίπλωση το έδαφος ανάμεσα σε δυο ηπείρους: Από τη Συρία στην Νοτιοδυτική Ασία μέχρι τη Μοζαμβίκη στην Αφρική. 
Του τέλειωνε η βενζίνη. Μετά από προσπάθεια άλλης μιας ώρας, το αεροπλάνο του προσγειώθηκε ακόμα πιο νότια πάνω σε ένα γκρίζο μαλακό σωρό.

alt

Γλίστρησε κάτω από την άτρακτο για να βρει καταφύγιο, κουκουλώθηκε με τους ταχυδρομικούς σάκους και κοιμήθηκε. Σύμφωνα με το χάρτη έπρεπε να βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, αλλά γύρω του δεν υπήρχε ψυχή.
Το νερό μόλις και του έφτανε για οχτώ μέρες αλλά σκέφτηκε με ανακούφιση ότι δεν ήταν στην έρημο Σαχάρα και θα κατάφερνε να ανανεώσει τις προμήθειές του. 
Ονειρεύτηκε πως ήταν σαν τον ναυαγό πάνω σε μια σανίδα στη μέση του ωκεανού και πως κάποιος του ζητούσε να του ζωγραφίσει ένα πρόβατο.

΄Ανοιξε τα μάτια του και περίμενε να δει το ανθρωπάκι με την ασυνήθιστη στολή που θα του έδειχνε το σχέδιο με τον ελέφαντα μέσα στον βόα και θα καταλάβαινε αμέσως ότι «αυτό δεν είναι καπέλο».
Είδε όμως δυο μεγάλα μαύρα μάτια να τον κοιτούν με περιέργεια αυτόν και την άτρακτο του αεροπλάνου και το δωδεκάχρονο αγόρι με την αθλητική φόρμα
που στεκόταν δίπλα σε μια κατσίκα που σκάλιζε στα σκουπίδια και του είπε

«Θέλω να γίνω πιλότος».


Ο Antoine de Saint-Exupιry, δεν περίμενε πια ότι θα τον ρωτήσει τώρα αν «έπεσε απ' τον ουρανό» και «τι πράγμα ήταν αυτό» για το αεροπλάνο του μια και ο μικρός είχε δει και άλλη φορά αεροπλάνα να πετούν. Μετά την πρώτη γνωριμία, ο συγγραφέας πιλότος είχε ένα ακαθόριστο προαίσθημα ότι ο συνομιλητής του έπρεπε να του περιγράψει το «δικό του πλανήτη που δεν θα ήταν μεγαλύτερος από ένα σπίτι»

"Με λένε Ομόντι" ,
είπε το παιδί,

"που θα πει ότι όταν γεννήθηκα
ξύπνησα τη μάνα μου νωρίς το πρωί. 
Είμαι δώδεκα χρονών. Ζω στην Κιμπέρα.
 Τη μεγαλύτερη παραγκούπολη"

alt

Ο μικρός δεν είχε όρεξη να μιλήσει για άλλους πλανήτες, ούτε για αστρονόμους και περίεργα δέντρα που όταν τα εγκαταλείπεις καταλαμβάνουν όλο το χώρο του πλανήτη σου. 
Εκεί δεν υπήρχε τίποτε για να σκουπίσεις γιατί όλα ήταν σωροί από σκουπίδια. Χώθηκε μέσα στο σωρό και ξετρύπωσε μερικά κουτιά από αλουμίνιο που θα τα πούλαγε αργότερα στην ανακύκλωση.
 Ο πιλότος αναρωτήθηκε αν το παιδί πεινούσε.

"Το τελευταίο που γεύμα ήταν Κυριακή. Σήμερα είναι Τετάρτη.
Θέλω να γίνω πιλότος
Να πετώ πολύ ψηλά
Μακριά από το γκέτο
Σε ένα μέρος που τα παιδιά έχουν γονείς
Που δεν πεθαίνουν από Aids κάθε μέρα
Σε ένα μέρος που οι φύλακες των ορφανών παιδιών
Δεν μας κακοποιούν
Κάθε μέρα
Σε ένα μέρος που θα μου φέρονται
Όπως στους λευκούς"

alt

Ο συγγραφέας πιλότος ένιωσε σαν να τον έχει χτυπήσει κάποιος στο στομάχι. Κοίταξε γύρω του και είδε ότι το αεροπλάνο είχε προσγειωθεί σε ένα σωρό σκουπιδιών στην παραγκούπολη της Κιμπέρα. Δεν υπήρχε ούτε ένα δέντρο, ούτε ένα λουλούδι που θα πότιζε ο Ομπόντι και θα του έκανε μετά σκηνές αντιζηλίας μόνο παράγκες με τσίγκινες σκεπές, παιδιά που έπαιζαν ανάμεσα στους σωρούς με τα σκουπίδια, και οι γραμμές του τρένου που έκοβαν την παραγκούπολη στα δυο, χαραγμένες σε κάποιο βάθος, σαν κοίτη ποταμού και οι άνθρωποι που στέκονται πιο ψηλά και έβλεπαν τους σωρούς από μακριά ...; 
Δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του τόση φτώχεια.
 «Ποιος φταίει για αυτή τη φτώχεια», είπε μέσα του «Και αυτός ο μικρός να θέλει να γίνει πιλότος».



«Κοίτα αυτή τη γραμμή του τρένου», είπε στο μικρό. «Οι άνθρωποι έχουν μάθει να χρησιμοποιούν δρόμους ελικοειδείς. Δρόμους που παρακάμπτουν τις χέρσες εκτάσεις, τους βράχους, την άμμο, που να συνδέονται με τις ανάγκες του ανθρώπου αι να οδηγούν από πηγή σε πηγή. Ενώνουν το ένα χωριό με το άλλο, στριφογυρίζουν στην έρημο για να σταθούν σε μια όαση. Για κοίτα αυτή τη γραμμή του τρένου. Για να ενώσουν τη Μομπάσα το λιμάνι στην Ανατολική Αφρική με τη λίμνη Βικτώρια στο εσωτερικό, οι άνθρωποι πίστεψαν ότι θα νικήσουν τη βαρύτητα και άρχισαν να υψώνουν μια γραμμή με κλίση 45 μοίρες. Μια γραμμή που θα ανέβαινε στα υψώματα και στα οροπέδια»

Ο μικρός διπλώθηκε στα δυο για να τον ακούσει.

«Το αεροπλάνο είναι αυτό που νικάει τη βαρύτητα. 
Απογειωνόμαστε και εγκαταλείπουμε τους δρόμους που συγκλίνουν προς τις ποτίστρες και τους στάβλους και φιδογυρίζουν από πολιτεία σε πολιτεία. Από το ύψος μας, μακριά από κάθε ανθρώπινη ανάγκη, ανακαλύπτουμε την ομορφιά της ερήμου, τη γοητεία των βράχων, της μούχλας, της άμμου, του αλατιού. 
Στην κλίμακα αυτή οι άνθρωποι είναι αόρατοι» 


Ο μικρός χωρίς να σηκωθεί του απάντησε:

alt


"Θέλω να γίνω πιλότος
Να πετώ πολύ ψηλά
Σε ένα τόπο
Που υπάρχουν παιδικά βιβλία
Ώστε μια μέρα
Να μπορέσω να πετάξω μακριά
Θέλω να γίνω πιλότος
Πρέπει να είναι τόσο όμορφα να πηγαίνεις σε μέρη
Που θα μπορώ να περπατώ ξυπόλητος στο πράσινο χορτάρι
Όπου το νερό είναι καθαρό
Με ποτάμια και πηγές
΄Οπου μπορώ να νιώθω τον ήλιο να με φωτίζει"


 Θέλω να γράψω την ιστορία του σκέφτηκε ο  Exupery «Ο μικρός μαύρος πρίγκιπας που ήθελε να γίνει πιλότος» 

"Το όνειρό μου είναι να πετάξω σε ένα μέρος
Που το μαρτύριό μου θα τελειώσει.
Θέλω να γίνω πιλότος
Να φοράω στολή
Να πάω σε μέρη που οι άλλοι να μη φοβούνται να παίξουν μαζί μου
Επειδή είμαι οροθετικός
΄Οπου να μπορώ να ζήσω μια απλή ζωή
Και να υπάρχει το μέλλον
Θέλω να γίνω πιλότος
Και να πετάξω κάπου μακριά
Εκεί που είναι ο μπαμπάς μου και η μαμά μου
Για να με φιλήσουν
Για να με αγκαλιάσουν
Για να με αγαπήσουν
Για να τους αγκαλιάσω
Για να τους φιλήσω
Για να τους αγαπήσω"

alt



Το πόσο τυχερή νιώθω που γνωρίζω μία κυρία σαν την Poly Hatjimanolaki , από την οποία και βρήκα την ιστορία,  καθώς και τις πληροφορίες και τις εικόνες ..
δε χρειάζεται νομιζω να σας το πω...

Καλή συνέχεια εύχομαι σε όλους σας ..






Γιουκάλι ..





Εκεί, σχεδόν προς το τέλος του κόσμου
το περιπλανόμενο καράβι μου
ξεφεύγοντας απ' την θέληση των κυμάτων
μ΄οδήγησε μια μέρα

Ήταν ένα μικρό νησάκι
αλλά η ευγενική νεράιδα που μένει εκεί
μας προσκαλεί 
να ρίξουμε μια ματιά 

Γιουκάλι
είναι η γη των επιθυμιών μας
Γιουκάλι
είναι η ευτυχία, η ευχαρίστηση
Γιουκάλι
είναι η γη όπου ξεχνούμε όλες τις ανησυχίες μας
είναι στη νύχτα μας, σαν ένα λαμπερό άνοιγμα
το άστρο που ακολουθούμε...
Γιουκάλι...

Γιουκάλι, 
είναι ο σεβασμός όλων των όρκων που έχουμε δώσει
Γιουκάλι
είναι η γη της αμοιβαίας αγάπης

είναι η ελπίδα
που υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά
η απελευθέρωση 
που περιμένουμε για το αύριο
Γιουκάλι
είναι η γη των επιθυμιών μας
Γιουκάλι
είναι ευτυχία, ευχαρίστηση,


...αλλά είναι ένα όνειρο, μια τρέλα...

Δεν υπάρχει Γιουκάλι


Κι η ζωή μας πάει μακριά
κουραστικά μέρα με τη μέρα

αλλά η φτωχή ανθρώπινη ψυχή
ψάχνοντας την λησμονά παντού
προσπαθώντας ν' αποδράσει απ' τον κόσμο
κατάφερε να λύσει το μυστήριο..
μέσα του πέφτουν τα όνειρά μας
σε κάποιο Γιουκάλι

Αλλά είναι ένα όνειρο, μια τρέλα..

...Δεν υπάρχει Γιουκάλι




... ένα τραγούδι του Kurt Weil 
που μιλά για το πάθος του ανθρώπου ν' αναζητήσει έναν παράδεισο...
 των πιο βαθιών ονείρων κι επιθυμιών του, 

ένα πάθος όμως... που καταλήγει σ' αναπόφευκτες απογοητεύσεις...


ένα απ' τα τραγούδια του μιούζικαλ Marie Galante, 
όπου η ηρωίδα, αφού έχει απαχθεί και συρθεί δια της βίας στην πορνεία στην Ν. Αμερική 
προσπαθεί με χίλια βάσανα να εξοικονομήσει ένα εισιτήριο επιστροφής της στο Παρίσι. 

Μπλέκεται και σε κάποιες πολιτικές ίντριγκες για κατασκοπεία έναντι αδρής αμοιβής
 όπου και ανόητα συνεργάζεται.

 Μετά από πολύ κόπο καταφέρνει και μαζεύει χρήματα για το πολυπόθητο εισιτήριο.
 Όμως όταν ετοιμάζεται για το ταξίδι, 
κάποιος αόρατος δράστης την πυροβολεί 

...κι έτσι ποτέ δεν βρήκε τον τόπο των ονείρων της.

Ο Tsamatsui  - ο άνθρωπος που την πλήρωνε για την κατασκοπεία,-  
έβαλε το πτώμα της σ' ένα φέρετρο 
και το έστειλε στο Παρίσι ....

επέστρεψε.. 
στο Παρίσι της ..






Είναι όμως ;
ένα όνειρο .... μια τρέλα .....   ;


Καλή σας ημέρα ..

μια καταδίκη ..

alt





Θα ήταν αρκετό να περιμένετε λίγο ακόμα, Αθηναίοι, 

κι ο θάνατος θα ερχόταν μόνος του   για να σας απαλλάξει  από τον Σωκράτη. 

Αλλά με τη βιασύνη σας, 

πράξατε κάτι που προσβάλλει όλη την πόλη. 


Με καταδικάσατε 

όχι γι' αυτά που αναφέρει η κατηγορία, 

αλλά γιατί σεβάστηκα τον εαυτό μου, γιατί ντράπηκα να σας πω ό,τι θα σας ήταν ευχάριστο, 

γιατί δεν καταδέχτηκα να κλάψω,

 να ξεπέσω σε καμώματα ανάξια, που εσείς τάχατε συνηθίσει από τους άλλους


 Ένας σύντομος ψίθυρος διατρέχει το πλήθος.


«Δε θέλησα όμως, επειδή αντιμετωπίζω το θάνατο, να κάνω κάτι αταίριαστο για έναν ελεύθερο άνθρωπο.


 Όπως στον πόλεμο, έτσι και στη δίκη, δεν πρέπει κανείς να σκέφτεται πώς θ' αποφύγη με κάθε τρόπο το θάνατο. 

Κι αλήθεια, στον πόλεμο υπάρχουν τέτοιοι τρόποι: 

αρκεί να πετάξη κανείς τα όπλα και να ικετέψη ταπεινά τους διώκτες του. Κι άλλα παρόμοια. 


Προσέξτε όμως, Αθηναίοι, 

γιατί η κακία τρέχει πιο γρήγορα από το θάνατο. 


Και τώρα, εμένα, επειδή είμαι και γέρος και αργοκίνητος, με πρόλαβε ο θάνατος. 

Τους κατηγόρους μου όμως, επειδή είναι νέοι και σβέλτοι, τους πρόλαβε η γρηγορότερη, η κακία.

 Εγώ θα φύγω καταδικασμένος από σας σε θάνατο, 

αυτοί θα φύγουν καταδικασμένοι από την αλήθεια σαν ένοχοι κακότητας και αδικίας.

 

Θέλω, όμως, τώρα που βρίσκομαι τόσο κοντά στο θάνατο, να κάνω μια πρόβλεψη ...;».


Στην Αγορά, όλοι κρατούν την ανάσα τους.

 Ο Σωκράτης κοιτάζει μακριά, κατακεί που υψώνονται οι λαμπροί ναοί της Ακρόπολης που διαγράφονται καθαρά στη διάφανη ατμόσφαιρα της βραδιάς. 


«Σήμερα»,

συνεχίζει ο Σωκράτης,

 «με καταδικάσατε νομίζοντας ότι θα γλιτώσετε έτσι από την υποχρέωση να δίνετε λόγο για τη ζωή σας.

 Εγώ όμως σας προλέγω ότι το αποτέλεσμα θα είναι αντίθετο. 

Γιατί θα είναι περισσότεροι εκείνοι που θα σας ελέγχουν

 - κι όχι μόνο περισσότεροι αλλά και πιο επίμονοι, όσο πιο νέοι θα είναι. 

Και σεις θα θυμώνετε περισσότερο. 

Μη φαντασθήτε πως θα λείψουν εκείνοι που θα αμφισβητούν τον τρόπο της ζωής σας. 

Αυτά είναι τα τελευταία μου λόγια σ' αυτούς που με καταδίκασαν». 


Τώρα ο Σωκράτης στρέφεται προς τους δικαστές που έδωσαν αθωωτική ψήφο: 


«Σήμερα, μου συνέβη κάτι εξαιρετικό. 

Ξέρετε για το δαιμόνιο που μιλά μέσα μου, γι' αυτήν τη φωνή που με σταματά κάθε φορά, όταν δεν πρέπει να κάνω κάτι, ακόμα και στη μέση μιας συζήτησης.

 Ε, λοιπόν, ούτε σήμερα το πρωί που έβγαινα από το σπίτι μου, ούτε όταν έμπαινα στο δικαστήριο, ούτε σε κανένα σημείο της απολογίας μου, όταν πήγαινα να πω κάτι, μου εναντιώθηκε. 

Πράγμα που σημαίνει ένα μόνο:

 πως ό,τι έγινε, έχει γίνει για το καλό μου 

και δεν μπορεί να είναι σωστή η γνώμη εκείνων που νομίζουν ότι ο θάνατος είναι κάτι κακό. 

Γιατί για μένα υπάρχει η απόδειξη»


.Ώστε ο θάνατος είναι κάτι καλό; 

Ο Σωκράτης συνεχίζει:


«Ναι, αυτή είναι η μεγάλη μου ελπίδα. Γιατί ένα από τα δύο μπορεί να συμβαίνη σχετικά με το θάνατο: 

ή είναι η απόλυτη αναισθησία του μηδενός, σαν ένας βαθύς ύπνος, δίχως τέλος, 

ή η μετανάστευση της ψυχής, από τη γη σ' έναν άλλον κόσμο, που κυβερνιέται από τους υπέρτατους νόμους της οικουμενικής δικαιοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, δε με φοβίζει, γιατί μια μεγάλη αλήθεια με παρηγορεί: 

τίποτα κακό δεν μπορεί να πάθη ένας δίκαιος άνθρωπος, ούτε στη ζωή, ούτε στο θάνατο. 

Γι' αυτό, δεν κρατώ κακία ούτε για τους κατηγόρους μου, ούτε για τους δικαστές που με καταδίκασαν».


Οι έντεκα δεσμοφύλακες έχουν τώρα ανέβει στο βήμα όπου στέκει ο κατάδικος.


«Ώρα να φεύγωμε»,...

λέει ο Σωκράτης, 

«εγώ για να πεθάνω, εσείς να ζήσετε. 


Ποιος από μας βαδίζει προς ένα καλύτερο πεπρωμένο, 

 

αυτό μονάχα ο Θεός το ξέρει». 
 


'ένα κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικό κείμενο ..


Καλησπέρα σας ..


http://www.facebook.com/notes.php?id=1247477970#!/note.php?note_id=466759145131&comments&ref=notif&notif_t=note_reply



αλοίμονο..

μπορεί να κλαις.. μα άκου .. 





Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.


Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους -

μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,

γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,

ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια

Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.



Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα

Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.



Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

χίλιοι τη χαίρονται - ένας την πληρώνει.



*Ντίνος Χριστιανόπουλος*






Καλή εβδομάδα σε όλους ..


Το ελεος ενος κατωτερου Θεου...

alt



Εσυ, Κυριε, το ξερεις καλυτερα απ ολους, ότι ειχαμε παρει εντολη να περιπολουμε ανοιχτα της Καλυμνου, εκεινη τη νυχτα ...; και θυμασαι, επισης, πως ησαν επικινδυνες οι ημερες ...; αυτοι εκει πανω συζητουσαν το τι θα γινονταν με τους λαθρομεταναστες και οι δουλεμποροι θα προσπαθουσαν να περασουν οσο το δυνατον περισσοτερους - γιατι ποτε δεν ξερεις τι γινεται ...;όχι ότι φοβοντουσαν τις διεθνεις συμφωνιες και αλλά τετοια - αυτοι εκει πανω είναι πολύ μακρια για να ασχοληθουν με το τι συμβαινει στην πραγματικοτητα, ωστοσο όταν κλεινονται οι συμφωνιες, ολοι εμεις βρισκομαστε στην τσιτα για λιγο καιρο κι αυτό οσο να ναι δυσκολευει την κατασταση ...; Μετα ξεχνιεται το πραγμα και δεν μιλανε πια στην τηλεοραση γι αυτά, οποτε ειναι σαν να μην γινονται ...;

Εκεινη τη νυχτα, Κυριε, λες και το εκαμες επιτηδες, ειχες στειλει θυελλες να οργωνουν τη θαλασσα και ο παγωμενος σου ανεμος μας τρυπουσε τα κοκκαλα και το χειροτερο, ειχες ταξει σε μενα το βαρος να ειμαι υπηρεσια και να σαρωνω την ανταριασμενη επιφανεια των κυματων με τον προβολεα - ολομοναχος στη πλωρη, ενώ η ακατος, μια χανονταν στην αρμυρα Σου, μια προβαλε στο σκοταδι Σου ...;
Και τοτε, Κυριε, ακουσα τη μηχανη της σαπιοβαρκας, βαρια και παλια μηχανη, που ισα-ισα καταφερνε να σπρωχνει το σκαρι της, πριν να διαλυθει και να σκορπισει στη μανια της θαλασσας Σου ...; Ναι, Κυριε των προγονων και του Καθηκοντος - το ξερεις πολύ καλα ότι δεν με ειχε παρει ο υπνος εκεινη την ωρα, ότι ημουν πιστος στο χρεος μου και ότι πρωτος απ ολους τους πηρα ειδηση και πως ετοιμαστηκα να εκτελεσω το καθηκον μου και εστησα αυτι να εντοπισω την κατευθυνση του σκαφους τους και να τους ριξω τον προβολεα και να αρχισω να σφυραω με τη σφυριχτρα μου, να ετοιμαστουν οι αντρες, να ξεκινησει η διαδικασια της αναχαιτισης, οπως προβλεπουν ολες οι διεθνεις διαδικασιες ...;
Τωρα βεβαια, θα μου πεις, ότι κι Εσυ ακομα τις διεθνεις συνθηκες τις εχεις γραμμενες στ Απαυτα Σου, γιατι Κυριε μια ζωη την κανω αυτή τη γαμημενη τη δουλεια και μια ζωη τα ιδια γινονται ...; Αντι να φοβηθουν οι δουλεμποροι που μια ακατος του Πολεμικου Ναυτικου τους έχει εντοπισει και λογικα θα τους αναγκασει να γυρισουν πισω, από οπου ηρθανε, αυτοι - όπως το ξερεις πολύ καλα Εσυ Κυριε - βυθιζουν το σκαφος τους και μετα την κοπανανε κολυμπωντας, με τα σωσσιβια, μεχρι την τουρκικη ακταιωρο, που θα τους περιμαζεψει, ενώ τους αλλους, τους αμοιρους τους εγκαταλειπουνε ερμαια στα κυματα ...;
Κι εμεις φυσικα ειμαστε υποχρεωμενοι να τους συμμαζεψουμε, γιαιτ αν δεν το κανουμε, θα πλακωσουν οι Τουρκοι και θα παρουν φωτογραφιες τους πνιγμενους και θα μας κραζουν μετα αυτοι εκει πανω, γιατι δεν εκτελεσαμε το καθηκον μας. 
Και ναι μεν εμεις τους μαζευουμε Κυριε, ωστοσο κατι τετοιες νυχτες σαν εκεινη δεν είναι βεβαιο ότι θα τους βρουμε ολους, μεσα στην ανταρα Σου κι ουτε είναι σιγουρο ότι μεχρι να τους μαζεψουμε θα είναι ολοι τους ζωντανοι. Γιατι, βλεπεις Κυριε, εμεις οι ανθρωποι κανουμε οτι μπορουμε αλλά παντα, γαμωτο μου, είναι τοσο λιγο αυτό που μπορουμε ...;

Κι όμως, εγω Κυριε εκεινη τη νυχτα, ημουν πραγματικα ετοιμος να εκτελεσω το καθηκον μου και ειχα βαλει τη σφυριχτρα στο στομα και ειχα ετοιμασει τον προβολεα, ελα όμως που ακουσα εκεινο το βηξιμο ...;
Μαλιστα Κυριε του Καθηκοντας και του Πατριου εδαφους - το βηξιμο ...;
Και ητανε βηχας ενός παιδιου - κοριτσιου κατά πασαν πιθανοτητα και εγω το ακουσα μεσα σε κεινο το πηχτο σκοταδι και τα αλαφιασμενα νερα, όπως ισως δεν θα επρεπε να το ακουσει ανθρωπινο αυτι ...;Αλλά το ακουσα ...;γιατι βεβαια οι δουλεμποροι ειχαν ορμηνεψει τους αθλιους να μην βγαζουν τσιμουδια όμως πώς να κρυψει το βηχα του ένα παιδι, Κυριε?
Ναι, το ακουσα ...;
Και μου επεσε η σφυριχτρα από το στομα ...;

Ξερεις Εσυ Κυριε,ότι σχεδον παντα αυτά τα σαπια σκαρια των δουλεμπορων χωνουν ανάμεσα στους αντρες και λιγες γυναικες και οπωσδηποτε καποια παιδια, επειδη ετσι ξερουν ότι μας κανουν δυσκολοτερο το να ανοιξουμε πυρ ή να αρχισουμε τους επικινδυνους ελιγμους ή, στο τελος-τελος να τους αφησουμε να πνιγουν, όπως εχει συμβει μερικες φορες ...;
Ναι, ηταν κάποιο παιδι εκει μεσα, ένα κοριτσακι - αναθεμα με Κυριε και αν μπορουσα να ξερω ποσω χρονω ...;ωστοσο ένα μικρο παιδι, που θα μπορουσε να ηταν σαν και το δικο μου - γιατι εσυ Κυριε ξερεις ότι εχω και γω μια κορη στην ηλικια της, Εσυ μου την εδωσες και ξερεις καλα Κυριε ότι λιγο καιρο πριν ειχε περασει ένα ασχημο κρυωμα και την ειχα τοσες νυχτες να της αλλαζω τα σκεπασματα, που ετρεμε από τα ριγη και να της αλλαζω τις κομπρεσες με το ξιδι στο μετωπο της και να στεκομαι ολη νυχτα από πανω της για να της σφγουγγιζω τα καστανα της μαλια με τις ελαφριες μπουκλες, που μουσκευονταν στον ιδρωτα ...;
Να, Κυριε ...;Εσυ τα ξερεις αυτά και θα επρεπε να καταλαβαινεις πως ενιωσα όταν ακουσα εκεινο το βηχα της μικρης, μεσα στην παγωνια Σου και την ανταρα Σου ...;
Εκεινη την ωρα Κυριε αυτό το παιδι ριγουσε, καιγονταν από τον πυρετο και δεν υπηρχε κανενα χερι πλαι της να της αλλαξει μια κομπρεσσα, να της σφουγγισει τα μαλλια, που θα ησαν μουσκεμα από ιδρωτα κι αρμυρα - και πανω απ όλα Κυριε, δεν υπηρχε μια κουβερτα ...;
Καταλαβαινεις Κυριε - μα κουβερτα!
Ισως και να καταλαβαινες αν δεν ησουν, όπως παντα απων.
Εγω όμως Κυριε, ημουν παρων ...;
Και επρεπε να εκτελεσω το καθηκον μου. Ποιο καθηκον μου? Να τους επισημανω και μετα οι δουλεμποροι να βουλιαξουν τη βαρκα και να τους φουνταρουν ολους στη θαλασσα.
Δηλαδη Κυριε των προγονων και του Καθηκοντος, το καθηκον μου ηταν να στειλω αυτό το παιδι, που θα μπορουσε να είναι και δικο Σου παιδι, στα παγωμενα νερα, ενώ κιολας ριγουσε απο τον πυρετο.
Να, Κυριε ...;αυτό ηταν το καθηκον μου.
Αλλά εμενα μου επεσε η σφυριχτρα απο το στομα ...;
Κι αντι να εκτελεσω το καθηκον μου Κυριε, εσβησα τον προβολεα, εχωσα τη σφυριχτρα στην τσεπη και αναψα ένα τσιγαρο.
Κι υστερα ακουγα τη μηχανη να απομακρυνεται σιγα-σιγα και τον βηχα του παιδιου να τον καταπινει το σκοταδι. Τους αφησα στο ελεος Σου Κυριε - ειπα πως θα ηταν καλυτερα να ξεμπαρκαρανε σε κανενα νησι λαθραια, τουλαχιστον να έχει ξημερωσει και μετα ποιος ξέρει, ολοι λενε ότι το ελεος Σου είναι μεγαλο.

Χαραμα μας ειδοποιησαν καποιοι ψαραδες. Υπηρχανε σκοπελοι εκει γυρω, κατι ξεροβραχοι που σχιζουνε την κοιλια της θαλασσας και ξεπεταγονται από το πουθενα. Η ακατος εβαλε πλωρη για εκει που μας εδειχναν.
Οι δουλεμποροι, ατζαμηδες ναυτικοι, μεσα στην σκοτεινια το ειχανε ριξει το σκαφος στα βραχια. Το σαπιοξυλο διαλυθηκε και τωρα βλεπαμε να επιπλεουν στη ραχη της θαλασσας, κατι σανιδια με γαντζωμενους απανω τους οσους ειχαν γλιτωσει.
Λιγους Κυριε ...; πολύ λιγους ...; Και μετα την ειδα ...; Δηλαδη ειδα πρωτα μια πλαστικη κουκλα, χωρις κεφαλι που επεπλεε πλαι σε μια σανιδα και μετα ξεχωρισα τα μαλλια της, που ησαν Κυριε ολοϊδια με της δικιας μου - καστανα με ελαφριες μπουκλες ...;
Μονον που στα δικα της Κυριε ειχαν κιολας αρχισει να μπλεκονται τα κοραλλια.
Ναι, Κυριε ...; Ηταν πνιγμενη ...; Η ζωη της ειχε τελειωσει τη στιγμη που εγω αποφασισα να αναψω ένα τσιγαρο ...;
Για να την σωσω, υποτιθεται ...;

Ποσο σκληρα με τιμωρησες Κυριε των προγονων και του καθηκοντος ...; Χρονια τωρα σερνομαι στις ραχες της γης, αναζητωντας έναν Θεο, που θα μου δειξει το ελεος του αλλά θα πρέπει να είναι ενας κατωτερος Θεος από εσενα Κυριε ...;
Που θα δεχεται να αναγνωρισει ότι ανάμεσα στα παιδια του δεν μπορουν να υπαρχουν συνορα ...;.


Καλησπέρα σας .. 



Το κείμενο είναι του Λευτέρη Πανούση,

http://www.facebook.com/home.php?#!/note.php?note_id=261472393972


όχι άλλη υπομονή - bloggers

alt



 

Δεν έχω άλλη υπομονή!


Θα ψηφίσω μικρό κόμμα! 


Μας κάψανε, μας κλέψανε, μας είπαν ψέματα,

μας στέρησαν έσοδα, ανάπτυξη,

βασικά δικαιώματα, όνειρα, αξιοπρέπεια.

 

Ζούμε σε ένα καθεστώς τρομοκρατίας,

όπου μας λένε σωτηρία τον δανεισμό

και λύτρωση την εργασία των 400 ευρώ.

 

Θα συνεχίσεις να τους το επιτρέπεις;

Θα συνεχίσεις να πληρώνεις λογαριασμούς άλλων;

Θα συνεχίσεις να κρατάς τα μάτια κλειστά,

το στόμα σφαλισμένο και το κεφάλι σκυφτό;

 

Σου αξίζουν τότε.

 

 

Ώρα να αντιδράσεις.

Ώρα να πάρεις στα χέρια σου αυτά που γίνονται για σένα , χωρίς εσένα.

Η ζωή σου , σου ανήκει. Κάνε την ο ίδιος καλύτερη

Ψήφισε μικρά κόμματα.

Δείξε ότι έχεις δύναμη και δεν ανέχεσαι πια την κοροϊδία.

 

 

« Ν' αγαπάς την ευθύνη 
να λες εγώ, εγώ μονάχος μου 
θα σώσω τον κόσμο. 
Αν χαθεί, εγώ θα φταίω»

-  Καζαντζάκης -



της βροχής..

 

 



...σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί....




alt








Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

 

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού' μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

 

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα νά 'ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.



 



Κική Δημουλά..


Καλησπέρα σας ...